Αγοραπωλησίες ακινήτων – Εμπράγματο/Κληρονομικό Δίκαιο

Αγοραπωλησίες ακινήτων – Εμπράγματο/Κληρονομικό Δίκαιο

Άλλο ένα σημαντικό τμήμα του Αστικού Δικαίου στο οποίο εξειδικευόμαστε τόσα χρόνια αποτελούν οι αγοραπωλησίες ακινήτων, και φυσικά όσες διαφορές εμπίπτουν στα τμήματα του Εμπραγμάτου και Κληρονομικού Δικαίου. Ακολουθούν κάποιες σημαντικές αναφορές στη νομοθεσία που ρυθμίζει τα ως άνω αναφερόμενα θέματα.

1. Το σημαντικότερο μέρος της σχετικής νομοθεσία μας όπως ισχύει μέχρι και την τελευταία της τροποποίηση
2. Αγοραπωλησίες ακινήτων
3. Εμπράγματο Δίκαιο
4. Κληρονομικό Δίκαιο

1. Το σημαντικότερο μέρος της σχετικής νομοθεσία μας όπως ισχύει μέχρι και την τελευταία της τροποποίηση. Αστικός Κώδικας

Αγοραπωλησίες ακινήτων:

αρ. 514:

Ο πωλητής έχει υποχρέωση να μεταβιβάσει το αντικείμενο της πώλησης ελεύθερο από κάθε δικαίωμα τρίτου (νομικό ελάττωμα)

αρ. 517:

Η απόδειξη απέναντι στον πωλητή ότι υπάρχουν νομικά ελαττώματα βαρύνει τον αγοραστή.

αρ. 522 παρ. 2:

Προκειμένου για ακίνητο, αν η μεταγραφή της πώλησης έγινε πριν από την παράδοση, ο αγοραστής φέρει τον κίνδυνο (για την τυχαία καταστροφή ή τη χειροτέρευση του ακινήτου) από τη μεταγραφή.

αρ. 527:

Τα έξοδα ή τα τέλη που απαιτούνται για την έγγραφη κατάρτιση της σύμβασης βαρύνουν εξίσου και τα δυο μέρη. Ο αγοραστής ακινήτου ή δικαιώματος σε ακίνητο βαρύνεται με τα έξοδα της μεταγραφής.

αρ. 540:

Στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, ο αγοραστής δικαιούται κατ’ επιλογή του: 1. Να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνσή του, τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, 2. Να μειώσει το τίμημα, 3. Να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα. Ο πωλητής οφείλει να πραγματοποιήσει τη διόρθωση ή την αντικατάσταση σε εύλογο χρόνο και χωρίς σημαντική ενόχληση του αγοραστή.

Κληρονομικό

αρ. 1769:

Δημοσίευση διαθήκης (όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 1 του ν. 4055/2012): Συμβολαιογράφος, στον οποίο υπάρχει διαθήκη, οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη, αν πρόκειται για δημόσια διαθήκη, να στείλει αντίγραφό της στον ειρηνοδίκη, και αν πρόκειται για μυστική ή έκτακτη, να παραδώσει αυτοπροσώπως το πρωτότυπο αυτής στον ειρηνοδίκη στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο συμβολαιογράφος.

αρ. 1770:

Ιδίως στη μυστική (όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 2 ν. 4055/2012): Η μυστική διαθήκη πριν από την αποσφράγισή της για δημοσίευση εξετάζεται από τον ειρηνοδίκη, ενώ παρίσταται και ο συμβολαιογράφος και βεβαιώνεται ότι οι σφραγίδες είναι άθικτες. Κατά τη βεβαίωση αυτή μπορεί να παραστεί και όποιος έχει έννομο συμφέρον και να τις εξετάσει αφού τις ζητήσει. Ο ειρηνοδίκης μπορεί πριν από την αποσφράγιση, ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει τους μάρτυρες που έχουν συμπράξει στην κατάρτιση της διαθήκης, κλητεύοντάς τους με επιμέλεια εκείνου που υπέβαλε την αίτηση ή του γραμματέα του ειρηνοδικείου.

αρ. 1771:

Πρακτικό δημοσίευσης (όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 3 ν. 4055/2012): Για τη δημοσίευση της διαθήκης συντάσσεται πρακτικό, όπου καταχωρίζεται ολόκληρη η διαθήκη και η βεβαίωση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία των εξωτερικών ελαττωμάτων που προβλέπονται στο αρ. 1721 παρ. 4. Το πρωτότυπο στη μυστική ή έκτακτη διαθήκη με το περικάλυμμά του κατατίθεται στο αρχείο του ειρηνοδικείου, αφού προηγουμένως ο ειρηνοδίκης σημειώσει αμέσως ιδιοχείρως στο πρωτότυπο της διαθήκης και το περικάλυμμά της τη λέξη «θεωρήθηκε», χρονολογήσει και υπογράψει τη θεώρηση και ο γραμματέας στέλνει αμέσως στο γραμματέα του αρμόδιου πρωτοδικείου αντίγραφο του σχετικού πρακτικού.

αρ. 1772(όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 4 ν. 4055/2012):

Αν ο διαθέτης δεν είχε την τελευταία του κατοικία ή διαμονή στην περιφέρεια του ειρηνοδικείου που δημοσίευσε τη διαθήκη, ο γραμματέας του δικαστηρίου στέλνει αντίγραφο του πρακτικού της δημοσίευσης στον εισαγγελέα των πρωτοδικών της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του διαθέτη, για να κατατεθεί στο αρχείο του πρωτοδικείου αυτού και να συνταχθεί σχετική πράξη που την υπογράφουν ο εισαγγελέας και ο γραμματέας του δικαστηρίου που παραλαμβάνει το πρακτικό. Όμοιο αντίγραφο του πρακτικού της δημοσίευσης αποστέλλεται επίσης σε κάθε περίπτωση στο γραμματέα του πρωτοδικείου της πρωτεύουσας του Κράτους.

αρ. 1774:

Δημοσίευση ιδιόγραφης:(όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 6 ν. 4055/2012): Όποιος κατέχει ιδιόγραφη διαθήκη οφείλει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση μόλις πληροφορηθεί το θάνατο του διαθέτη να την εμφανίσει για δημοσίευση στον ειρηνοδίκη είτε της τελευταίας κατοικίας ή διαμονής του διαθέτη είτε της δικής του διαμονής. Η δημοσίευση γίνεται κατά το αρ. 1771. Η διάταξη του αρ. 1772 εφαρμόζεται και σε αυτή την περίπτωση. αρ. 1776: Κήρυξη κύριας (όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 4 παρ. 7 ν. 4055/2012):
Αυτός που ζητεί να δημοσιευτεί ιδιόγραφη διαθήκη ενώπιον του ειρηνοδίκη μπορεί κατά τη δημοσίευσή της να προσαγάγει δυο μάρτυρες, οι οποίοι μαρτυρούν ενόρκως για τη γνησιότητα της γραφής ή της υπογραφής του διαθέτη. Ο ειρηνοδίκης αφού ακούσει τους μάρτυρες μπορεί κατά τη δημοσίευση της ιδιόγραφης διαθήκης να την κηρύξει επιπλέον κυρία.

αρ. 1956 (όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 5 παρ.1 ν. 4055/2012):

Ο ειρηνοδίκης, ύστερα από αίτηση του κληρονόμου, του παρέχει πιστοποιητικό για το κληρονομικό του δικαίωμα και τη μερίδα που του αναλογεί (κληρονομητήριο).

αρ. 1958: Απόδειξη (όπως το αρ. αντικαταστάθηκε από το αρ. 5 παρ. 2 ν. 4055/2012):

Εκείνος που υποβάλει την αίτηση αποδεικνύει με δημόσια έγγραφα την ακρίβεια όσων αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο (αρ. 1957 ΑΚ). Αν είναι αδύνατον ή ιδιαίτερα δύσκολο να προσαχθεί δημόσιο έγγραφο, ο ειρηνοδίκης μπορεί να επιτρέπει άλλα αποδεικτικά μέσα, υποχρεώνοντας συγχρόνως αυτόν που υπέβαλε την αίτηση να βεβαιώσει ενόρκως ότι δεν γνωρίζει κανένα γεγονός αντίθετο με τις δηλώσεις του.

αρ. 1959: Αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο (όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 5 παρ. 3 ν. 4055/2012): Ο ειρηνοδίκης έχει δικαίωμα να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως με κάθε τρόπο για να εξακριβώσει τις δηλώσεις εκείνου που ζητεί το κληρονομητήριο και ιδίως να διατάξει να δημοσιευτεί η αίτηση, καθορίζοντας και τον τρόπο δημοσίευσής της. Έχει επίσης δικαίωμα να διατάξει να κλητευθούν και να ακουστούν πρόσωπα που είναι πιθανό να αξιώνουν κληρονομικά δικαιώματα και ιδίως πρόσωπα τα οποία θα ήταν κληρονόμοι αν τυχόν ήταν άκυρη η διάταξη της τελευταίας βούλησης, ή πρόσωπα τα οποία έχουν δίκη που εκκρεμεί για το ίδιο κληρονομικό δικαίωμα.

αρ. 1960:

Περισσότεροι κληρονόμοι (όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 5 παρ. 4 ν. 4055/2012): Αν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι, με αίτηση οποιουδήποτε απ’ αυτούς παρέχεται κοινό κληρονομητήριο. Στην περίπτωση αυτή, εκείνος που το ζητεί πρέπει να αναφέρει τα ονόματα και τις μερίδες όλων των κληρονόμων, καθώς και ότι αυτοί αποδέχτηκαν την κληρονομία και ακόμη να αποδείξει τις δηλώσεις αυτές. Ο ειρηνοδίκης μπορεί να απαιτήσει από όλους τους κληρονόμους να βεβαιώσουν ενόρκως ότι δεν γνωρίζουν κανένα γεγονός αντίθετο με τις δηλώσεις.

αρ. 1961:

Περιεχόμενο του κληρονομητηρίου (όπως αντικαταστάθηκε από το αρ. 5 παρ. 5 ν. 4055/2012): Το κληρονομητήριο παρέχεται μόνο αν ο ειρηνοδίκης κρίνει ότι έχουν αποδειχθεί όσα αναφέρονται στην αίτηση. Το κληρονομητήριο αναγράφει τον κληρονόμο και, αν υπάρχουν περισσότεροι, και την κληρονομική μερίδα καθενός, και ακόμη τον εκτελεστή της διαθήκης, καθώς και τον καταπιστευματοδόχο και τους όρους με τους οποίους αυτός διορίζεται.

αρ. 11 ν. 3719/2008: Κληρονομικό δικαίωμα: 1. Με τη λύση του συμφώνου συμβίωσης λόγω θανάτου, αυτός που επιζεί έχει κληρονομικό δικαίωμα εξ αδιαθέτου, το οποίο ανέρχεται στο έκτο της κληρονομίας, αν συντρέχει με κληρονόμους της πρώτης τάξης, στο τρίτο αν συντρέχει με κληρονόμους άλλων τάξεων και σε ολόκληρη την κληρονομία αν δεν υπάρχει συγγενής του κληρονομούμενου που να καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος. 2. Αυτός που επιζεί έχει δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομία, το οποίο ανέρχεται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας που του αναλογεί. Κατά το ποσοστό αυτό μετέχει ως κληρονόμος. 3. Τα αρ. 1826 επ., 1839 επ. και 1860 ΑΚ εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή.

2. Αγοραπωλησίες ακινήτων

Ο Αστικός Κώδικας ρυθμίζει τις συναλλαγές που αφορούν την αγορά και πώληση ακινήτων επιδιώκοντας να πραγματοποιηθούν αυτές με ομαλό τρόπο και για τα δυο μέρη και προστατεύοντας τα συμφέροντα του μέρους που θίγεται όταν το άλλο μέρος συναλλάσσεται χωρίς να υπακούει στους κανόνες του Κώδικα, όταν δηλαδή προσπαθεί να προσκομίσει αδικαιολόγητο σύμφωνα με το νόμο πλουτισμό ζημιώνοντας παράλληλα το άλλο μέρος.
Έτσι, διαφορές στις αγοραπωλησίες ακινήτων δημιουργούνται ήδη από τις διαπραγματεύσεις, αλλά και ύστερα από τη σύναψη της σύμβασης πώλησης ακινήτου με τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπει ο νόμος είτε για τον πωλητή είτε για τον αγοραστή, με την ύπαρξη νομικών ή πραγματικών ελαττωμάτων στο ακίνητο κτλ. Στις περιπτώσεις αυτές, αλλά και σε περιπτώσεις στις οποίες ο αγοραστής ή ο πωλητής αδυνατούν να εκπληρώσουν την παροχή τους για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνονται, το δίκαιο προβλέπει ανάλογα είτε υποχρέωση ανόρθωσης της ζημίας από μέρους του ζημιώσαντος (αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο ζημιωθείς από την καθυστέρηση, αποζημίωση για τη μη εκπλήρωση), είτε ενστάσεις τις οποίες μπορεί να προβάλλει κάποιος από τους συμβαλλομένους, όπως η ένσταση μη εκπλήρωσης της σύμβασης, είτε αμοιβαία απαλλαγή από την υποχρέωση εκπλήρωσης της παροχής σε περίπτωση ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής του ενός, είτε υπαναχώρηση από τη σύμβαση.

Εκτός από τη σύμβαση πώλησης, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτούνται σύμφωνα με το αρ. 1033 ΑΚ και τα εξής:
• Να αναφέρεται στη σύμβαση η νόμιμη αιτία για την οποία γίνεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου • Η σύμβαση να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο
• Η σύμβαση να υποβληθεί σε μεταγραφή. Μεταξύ πολλών μεταγραφών που έγιναν την ίδια μέρα σχετικά με δικαιώματα πάνω στο ίδιο ακίνητο, προτιμάται εκείνη που στηρίζεται στον έστω και κατ’ ελάχιστο χρόνο αρχαιότερο τίτλο.

Τα βιβλία μεταγραφών, τα οποία βρίσκονται στα γραφεία μεταγραφών, όπου φυλάγονται και τα έγγραφα που μεταγράφονται, είναι δημόσια και προσιτά στον καθένα που θέλει να τα συμβουλευτεί.

3. Εμπράγματο Δίκαιο

Το Εμπράγματο Δίκαιο, που αποτελεί επίσης κομμάτι του Αστικού Κώδικα προστατεύει τα δικαιώματα της κατοχής, της νομής, της κυριότητας και των δουλειών που έχουμε πάνω στα πράγματα.

Η κατοχή συνιστά μια φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, χωρίς όμως ο κάτοχος να έχει διάνοια κυρίου ως προς αυτό, χωρίς δηλαδή να το μεταχειρίζεται σαν να του ανήκει η κυριότητα του πράγματος. Παρ’ ότι το δικαίωμα αυτό στο πράγμα είναι αρκετά αδύναμο, ο Νόμος κρίνει ότι σε κάποιες περιπτώσεις είναι άξιο προστασίας από προσβολές που ενδέχεται να δεχτεί. Έτσι, ο κάτοχος, ως μισθωτής ή θεματοφύλακας ή κάποιος που βρίσκεται σε άλλη παρόμοια σχέση με τον νομέα, προστατεύεται, σύμφωνα με το αρ. 997 ΑΚ, σε περίπτωση παράνομης διατάραξης της νομής ή αποβολής από αυτή, με τις αγωγές της νομής. Η νομή συνιστά και αυτή, και προϋποθέτει, στις περισσότερες περιπτώσεις, μια φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αλλά είναι ισχυρότερη από την κατοχή, καθώς ο νομέας έχει διάνοια κυρίου ως προς το πράγμα. Έτσι, ο νομέας προστατεύεται και σε περίπτωση διατάραξης της νομής και σε περίπτωση αποβολή του από αυτή. Και στις δύο περιπτώσεις, ο νομέας δύναται να αποκτήσει ξανά τη νομή είτε άμεσα: να αποκρούσει με τη βία κάθε διατάραξη ή απειλούμενη αποβολή, να ξαναπάρει με τη βία το κινητό ή ακίνητο που του αφαιρέθηκε παράνομα, είτε έμμεσα: δηλαδή να ασκήσει αγωγή με την οποία αξιώνει την απόδοσή της από αυτόν που νέμεται επιλήψιμα απέναντί του, σε περίπτωση αποβολής του από τη νομή, ή αγωγή για παύση της διατάραξης και παράλειψής της στο μέλλον, σε περίπτωση διατάραξης της νομής. Και στις δυο περιπτώσεις της έμμεσης προστασίας του ο νομέας μπορεί να ζητήσει και αποζημίωση.

Η νομή μπορεί να οδηγήσει ακόμη και στην κτήση κυριότητας στο πράγμα (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), υπό τις εξής προϋποθέσεις:
• Για την τακτική χρησικτησία απαιτείται:
1. Νομή στο πράγμα
2. Καλή πίστη του νομέα, όταν δηλαδή ο νομέας χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος
3. Νόμιμο ή νομιζόμενο (εφόσον δικαιολογείται η καλή πίστη του νομέα) τίτλο
4. Τριετής νομή για κινητό και δεκαετής νομή για ακίνητο
• Για την έκτακτη χρησικτησία απαιτείται:
1. Νομή στο πράγμα
2. Εικοσαετία νομής είτε αφορά κινητό είτε ακίνητο

Εκείνος που απέκτησε τη νομή ακινήτου με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας προστατεύεται σαν κύριος με την πουβλικιανή αγωγή του αρ. 1112 ΑΚ, αν έχασε τη νομή πριν συμπληρωθεί ο χρόνος, είτε κατά τις διατάξεις για τη διεκδικητική αγωγή που εφαρμόζονται αναλόγως, δικαιούμενος να απαιτήσει από αυτόν που το νέμεται χωρίς έγκυρο ή νομιζόμενο τίτλο την απόδοση του πράγματος, είτε κατά τις διατάξεις για την αρνητική αγωγή αν προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος.

Η κυριότητα αποτελεί απόλυτο δικαίωμα στο πράγμα και προστατεύεται ποικιλοτρόπως. Η κύρια αγωγή με την οποία προστατεύεται ο κύριος πράγματος είναι η διεκδικητική αγωγή (αρ. 1094 ΑΚ), με την οποία δικαιούται να απαιτήσει, σε περίπτωση αφαίρεσης ή κατακράτησης του πράγματός του, από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, εκτός αν ο νομέας έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα. Αν η κυριότητα προσβάλλεται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ο κύριος του πράγματος δικαιούται να ασκήσει την αρνητική αγωγή (αρ. 1108 ΑΚ), με την οποία δικαιούται να απαιτήσει, από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον, ενώ δεν αποκλείεται και περαιτέρω αξίωση αποζημίωσης, εφόσον και πάλι εκείνος που έκανε την προσβολή δεν ενήργησε δυνάμει δικαιώματος.

Ο κύριος ακινήτου προστατεύεται και από άλλες ενέργειες που ενδέχεται να βλάπτουν την ιδιοκτησία του. Έτσι, προβλέπονται διατάξεις σύμφωνα με τις οποίες:
• έχει το δικαίωμα να απαγορεύσει την κατασκευή ή διατήρηση εγκαταστάσεων στο γειτονικό ακίνητο, εφόσον από την ύπαρξη ή τη χρήση τους προβλέπονται με βεβαιότητα παράνομες επενέργειες στο ακίνητό του
• έχει δικαίωμα να απαιτήσει από εκείνον που θα ευθύνεται σε αποζημίωση να λάβει τα μέτρα που απαιτούνται για την αποτροπή του κινδύνου, αν υπάρχει κίνδυνος να πέσει ολικά ή κατά ένα μέρος οικοδομή ή άλλο έργο γειτονικό και από την πτώση αυτή απειλείται βλάβη στο ακίνητό του
• να παίρνει τους καρπούς που πέφτουν στο ακίνητό του από δέντρο που ανήκει στο γειτονικό ακίνητο, καθώς λογίζονται καρποί του ακινήτου στο οποίο πέφτουν
• να κόβει κα κλαδιά και τις ρίζες δέντρων του γειτονικού ακινήτου που εκτείνονται πάνω από ή εισχωρούν στο κτήμα του, εφόσον τάχθηκε προθεσμία προηγουμένως στο νομέα του γειτονικού ακινήτου εύλογη προθεσμία για να τα κόψει. Προϋπόθεση αποτελεί οι ρίζες ή τα κλαδιά να εμποδίζουν τη χρήση του ακινήτου

4. Κληρονομικό Δίκαιο

Το Κληρονομικό Δίκαιο ρυθμίζει τις σχέσεις που δημιουργούνται μεταξύ των προσώπων που έχουν έννομο συμφέρον όσον αφορά στην περιουσία του διαθέτη μετά το θάνατό του και εν γένει φροντίζει για το μέλλον αυτής της περιουσίας. Έτσι, ορίζονται κανόνες που αφορούν τη διαθήκη, την εξ’ αδιαθέτου διαδοχή, τη νόμιμη μοίρα, την αποδοχή και αποποίηση της κληρονομίας, την κληρονομική αναξιότητα, τις σχέσεις περισσότερων κληρονόμων κτλ. Ενδεικτικά θα αναφερθούμε σε ορισμένα από τα πιο σημαντικά σημεία και σε κάποια από αυτά που συναντούμε πιο συχνά στην καθημερινότητά μας.

Η διαθήκη μπορεί να είναι:
• ιδιόγραφη: γίνεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Δεν υποβάλλεται σε κανέναν άλλο τύπο, αλλά μπορεί να κατατεθεί στο συμβολαιογράφο για φύλαξη κατά τις κοινές διατάξεις για την κατάθεση των εγγράφων
• δημόσια: συντάσσεται με δήλωση από το διαθέτη της τελευταίας του βούλησης ενώπιον συμβολαιογράφου ενώ είναι παρόντες 3 μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και 1 μάρτυρας. Ως συμβολαιογράφος ή μάρτυρας δεν μπορεί να συμπράξει:
1. ο σύζυγος ή αυτός που διατέλεσε σύζυγος του διαθέτη
2. ο συγγενής του διαθέτη σε ευθεία γραμμή ή ως και τον τρίτο βαθμό σε πλάγια γραμμή εξ’ αίματος ή εξ’ αγχιστείας
3. ο τιμώμενος με αυτή ή αυτός που διορίζεται με αυτήν εκτελεστής
•μυστική: ο διαθέτης εγχειρίζει στο συμβολαιογράφο, ενώ είναι παρόντες 3 μάρτυρες ή δεύτερος συμβολαιογράφος και 1 μάρτυρας, έγγραφο δηλώνοντας προφορικά ότι περιέχει την τελευταία του βούληση. Το έγγραφο που εγχειρίζεται, γραμμένο από το διαθέτη ή από άλλο πρόσωπο, πρέπει να φέρει την υπογραφή του διαθέτη, και πρέπει να σφραγιστεί με τέτοιο τρόπο, μπροστά στο διαθέτη και στα πρόσωπα που συμπράττουν, ώστε να μην μπορεί να ανοιχτεί χωρίς ρήξη ή βλάβη του σφραγίσματος.

Κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί με τους εξής τρόπους:
• με σχετική δήλωση σε μεταγενέστερη διαθήκη
• με δήλωση που γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου με την παρουσία 3 μαρτύρων και με τις λοιπές διατυπώσεις των συμβολαιογραφικών εγγράφων
• η ιδιόγραφη μπορεί να ανακληθεί και αν ο διαθέτης με πρόθεση ανάκλησης καταστρέψει το έγγραφό της ή επιχειρήσει σε αυτό μεταβολές με τις οποίες εκφράζεται συνήθως η βούληση για ανάκληση έγγραφης δήλωσης.
• Η μυστική διαθήκη θεωρείται ότι ανακαλείται, αν ο διαθέτης την αναλάβει από το συμβολαιογράφο στον οποίο την είχε εγχειρίσει και σφραγίσει.

Μετά το θάνατο του διαθέτη, αυτός που ζητεί να δημοσιευθεί ιδιόγραφη διαθήκη ενώπιον του ειρηνοδίκη, μπορεί κατά τη δημοσίευσή της να προσαγάγει δυο μάρτυρες οι οποίοι μαρτυρούν ενόρκως για τη γνησιότητα της γραφής ή της υπογραφής του διαθέτη. Ο ειρηνοδίκης αφού ακούσει τους μάρτυρες, μπορεί κατά τη δημοσίευση της διαθήκης να την κηρύξει επιπλέον κυρία. Αυτό σημαίνει, ότι η διαθήκη αυτή που κηρύχθηκε κυρία τεκμαίρεται γνήσια, αν επί 5 χρόνια από τη δημοσίευσή της δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητά της σε δίκη ανάμεσα σε κάποιον απ’ αυτούς που αντλούν δικαιώματα από αυτήν και κάποιον από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της.

Σε ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να μην προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης ξεκάθαρα ποιον ορίζει κληρονόμο ο διαθέτης, επεμβαίνει ο νόμος με κάποια πλάσματα δικαίου, εκτός από την περίπτωση στην οποία η διάταξη είναι υπέρ προσώπου τόσο αόριστου ώστε να είναι αδύνατος ο προσδιορισμός του, οπότε η διάταξη είναι άκυρη. Έτσι:
• Αν η διάταξη μνημονεύει τους «εξ’ αδιαθέτου» ή «τους νόμιμους» κληρονόμους ή «τους συγγενείς» του διαθέτη, τότε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι έχουν τιμηθεί εκείνοι που καλούνται εξ’ αδιαθέτου κατά το χρόνο της επαγωγής κατά την αναλογία της μερίδας τους.
• Αν ο προσδιορισμός του τιμώμενου από το διαθέτη αρμόζει σε περισσότερα πρόσωπα και δεν μπορεί να εξακριβωθεί σε ποιο απ’ αυτό απέβλεπε, θεωρείται ότι όλα αυτά τα πρόσωπα έχουν τιμηθεί κατά ίσα μέρη.
• Αν εγκαταστάθηκαν περισσότεροι κληρονόμοι χωρίς προσδιορισμό των μερίδων, θεωρούνται όλοι εγκατάστατοι σε ίσα μέρη.

Ο Νόμος προκειμένου να προστατεύσει τα πιο κοντινά συγγενικά πρόσωπα του διαθέτη, ακόμα και σε περίπτωση που αυτός δεν τα συμπεριλάβει στη διαθήκη του, έχει ορίσει τη νόμιμη μοίρα, ένα τμήμα δηλαδή της κληρονομίας το οποίοι δικαιούνται οι κατιόντες, οι γονείς και η σύζυγος που επιζεί του διαθέτη οι οποίοι θα είχαν κληθεί ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι. Η νόμιμη μοίρα είναι το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, και υπολογίζεται αφού αφαιρεθούν τα χρέη και οι δαπάνες της κηδείας και της απογραφής της κληρονομίας, αλλά στην κληρονομία προστίθενται οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο, καθώς και κάθε άλλη δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία 10 χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον. Τέλος, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας των γονέων δεν συνυπολογίζεται ό, τι περιέρχεται ως εξαίρετο στο σύζυγο που επιζεί.

Ο διαθέτη μπορεί για ορισμένους λόγους να αποκληρώσει, δηλαδή να στερήσει κάποιον μεριδούχο από τη νόμιμη μοίρα. Η αποκλήρωση γίνεται με διάταξη τελευταίας βούλησης και για τους εξής λόγους:
• Τον κατιόντα, αν αυτός:
1. Επιβουλεύτηκε τη ζωή του διαθέτη, του συζύγου ή άλλου κατιόντος του διαθέτη
2. Προκάλεσε με πρόθεση σωματικές κακώσεις στο διαθέτη ή στο σύζυγό του, από τον οποίο κατάγεται ο κατιών
3. Έγινε ένοχος κακουργήματος ή σοβαρού πλημμελήματος με πρόθεση, κατά του διαθέτη ή του συζύγου του
4. Αθέτησε κακόβουλα την υποχρέωση που είχε από το νόμο να διατρέφει το διαθέτη
5. Ζει βίο άτιμο ή ανήθικο, παρά τη θέληση του διαθέτη
6. Ζει βίο άσωτο ή είναι καταχρεωμένος, ο διαθέτης μπορεί είτε να διατάξει με τη διαθήκη να περιέλθει η νόμιμη μοίρα του στους κατιόντες του μεριδούχου κατ’ αναλογία προς τις εξ αδιαθέτου μερίδες τους, είτε να ορίσει εκτελεστή για να τη διοικεί είτε και τα δυο. Πρέπει επίσης, να λαμβάνεται πρόνοια για τη συντήρηση του μεριδούχου.
• Το γονέα του, αν συντρέχει ο υπ’ αρ. 1, 3, ή 4 από τους παραπάνω λόγους
• Το σύζυγό του, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του.

Δεδομένου ότι ο κληρονόμος ευθύνεται και με τη δική του περιουσία για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας, αρκετές φορές η αποδοχή της κληρονομίας από τον κληρονόμο ενδέχεται να επιβαρύνει την περιουσία του περισσότερο από όσο τον συμφέρει. Αυτός αποτελεί και τον συνήθη λόγο, χωρίς να αποκλείεται και οποιοσδήποτε άλλος λόγος, αποποίησης της κληρονομίας. Ο κληρονόμος μπορεί να αποποιηθεί την κληρονομία μέσα σε προθεσμία 4 μηνών, που αρχίζει από τότε που έμαθε την επαγωγή και το λόγο τη. Στην επαγωγή από διαθήκη η προθεσμία δεν αρχίζει πριν από τη δημοσίευση της διαθήκης. Η αποποίηση γίνεται με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας και είναι αμετάκλητη.

Όσο ο κληρονόμος έχει το δικαίωμα να αποποιηθεί την κληρονομία, μπορεί να δηλώσει ότι την αποδέχεται με το ευεργέτημα της απογραφής. Και η δήλωση αυτή γίνεται στο γραμματέα του δικαστηρίου της κληρονομίας. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, ο κληρονόμος ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της κληρονομίας μέχρι το ενεργητικό της.

 

Close Menu