Διαζύγια – Διατροφή – Διάσταση

Διαζύγια – Διατροφή – Διάσταση

Μείζον θέμα ενασχόλησης των Δικηγόρων στη χώρα αποτελεί η διάσπαση της έγγαμου συμβίωσης, από την οποία διάσπαση προκαλούνται ζητήματα τόσο προσωπικά όσο και οικονομικά.
Τα γραφεία μας δραστηριοποιούνται επί σειρά ετών στο συγκεκριμένο τομέα και ένας εκ των δικηγόρων ασχολείται αποκλειστικά με θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου παρακολουθώντας σε μόνιμη βάση τις εξελίξεις στη σχετική νομοθεσία. Ακολουθούν νομικές πληροφορίες σχετικές με το Διαζύγιο-Διατροφή-Διάσταση με τη σειρά που προκύπτει από τα αμέσως παρακάτω:

Το σημαντικότερο μέρος της σχετικής νομοθεσία μας όπως ισχύει μέχρι και την τελευταία της τροποποίηση.

Προϋποθέσεις έκδοσης συναινετικού διαζυγίου

Διαζύγιο κατ’ αντιδικία

Διατροφή (πρώην) συζύγου

Διατροφή τέκνου

Διάσταση συζύγων

Γονική μέριμνα

Επικοινωνία με ανήλικο τέκνο

Συμμετοχή συζύγου στα αποκτήματα γάμου

1. Το σημαντικότερο μέρος της σχετικής νομοθεσίας μας όπως ισχύει μέχρι και την τελευταία τροποποίηση. Άρθρα του Αστικού Κώδικα

Διαζύγιο:

αρ. 1438:

Ο γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο. Το διαζύγιο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

αρ. 1438:

Ισχυρός κλονισμός: Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονιστεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.
Εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, ο κλονισμός τεκμαίρεται σε περίπτωση διγαμίας ή μοιχείας αυτού, εγκατάλειψης του ενάγοντος ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο, καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος.
Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων.

αρ. 1438:

Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν ο άλλος έχει κηρυχθεί σε αφάνεια.

αρ. 1441:

Συναινετικό διαζύγιο: Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν το γάμο τους, εφόσον έχει διαρκέσει τουλάχιστον 6 μήνες πριν από την κατάρτισή της. Η συμφωνία αυτή υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή μόνο από τους τελευταίους, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή του συμφωνητικού.
Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να λυθεί ο γάμος πρέπει η ανωτέρω συμφωνία να συνοδεύεται με άλλη έγγραφη συμφωνία των συζύγων που να ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία με αυτά, η οποία ισχύει ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για το θέμα αυτό σύμφωνα με το αρ. 1513. Η κατά τα ανωτέρω έγγραφη συμφωνία, καθώς και το έγγραφο συμφωνητικό που αφορά την επιμέλεια και την επικοινωνία των ανηλίκων τέκνων ή τη διατροφή αυτών, εφόσον έχει συμφωνηθεί, υποβάλλονται μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια, όταν απαιτείται, στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο με απόφασή του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επικυρώνει τις συμφωνίες και κηρύσσει τη λύση του γάμου, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου που αφορά την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

αρ. 1 ν. 3719/2008: Σύσταση: Η συμφωνία δυο ενήλικων ετερόφυλων προσώπων με την οποία οργανώνουν τη συμβίωσή τους (σύμφωνο συμβίωσης)καταρτίζεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η ισχύς της συμφωνίας αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στον ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρείται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.

αρ. 6 ν. 3719/2008: Περιουσιακές σχέσεις: Με το σύμφωνο συμβίωσης ή και με μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να ρυθμίζονται οι περιουσιακές σχέσεις των συμβληθέντων και ιδίως η τύχη των περιουσιακών στοιχείων που θα αποκτηθούν κατά τη διάρκεια του συμφώνου (αποκτήματα). Αν δεν υπάρχει συμφωνία για τα αποκτήματα, το κάθε μέρος έχει, μετά τη λύση του συμφώνου, αξίωση κατά του άλλου για ό, τι αυτό απέκτησε και με τη δική του συμβολή. Η αξίωση αυτή δεν γεννάται στο πρόσωπο των κληρονόμων του δικαιούχου, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται από αυτούς, στρέφεται όμως κατά των κληρονόμων του υποχρέου. Η αξίωση παραγράφεται δύο έτη μετά τη λύση του συμφώνου. αρ. 4 ν. 3719/2008: Λύση: 1. Το σύμφωνο συμβίωσης λύεται: α) με συμφωνία των συμβληθέντων, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, αφότου αυτή κοινοποιηθεί με δικαστικό επιμελητή στον άλλον, και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος είτε μεταξύ των συμβληθέντων είτε μεταξύ ενός από αυτούς και τρίτον. 2. Η λύση του συμφώνου συμβίωσης ισχύει από την κατάθεση του συμβολαιογραφικού εγγράφου ή της μονομερούς δήλωσης στον ληξίαρχο, όπου έχει καταχωρηθεί και η σύσταση αυτού.

Διατροφή:

αρ. 1442:

Εφόσον ο ένας από τους πρώην συζύγους δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την περιουσία του, δικαιούται να ζητήσει διατροφή από τον άλλο: 1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου ή κατά το τέλος των χρονικών περιόδων που προβλέπονται στις επόμενες περιπτώσεις βρίσκεται σε ηλικία ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει να αναγκαστεί να αρχίσει ή να συνεχίσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίσει από αυτό τη διατροφή το. 2. αν έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι’ αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος. 3. αν δεν βρίσκει σταθερή κατάλληλη εργασία ή χρειάζεται κάποια εκπαίδευση, και στις δυο όμως περιπτώσει για ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου. 4. σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

αρ. 1443:

Οι διατάξεις των άρθρων 1487, 1493, 1494 και 1498 εφαρμόζονται αναλόγως και για το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο. Η διατροφή προκαταβάλλεται σε χρήμα κάθε μήνα. Η διατροφή μπορεί να καταβληθεί εφάπαξ, αν οι πρώην σύζυγοι συμφωνούν σε αυτό εγγράφως, ή με απόφαση του δικαστηρίου, αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι.

αρ. 1444:

Η διατροφή μπορεί να αποκλειστεί ή να περιοριστεί, αν αυτό επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια ή αν ο δικαιούχος είναι υπαίτιος του διαζυγίου του ή αν προκάλεσε εκούσια την απορία του. Το δικαίωμα διατροφής παύει, αν ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί, ή αν συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο σε ελεύθερη ένωση. Το δικαίωμα διατροφής δεν παύει με το θάνατο του υποχρέου, παύει όμως με το θάνατο του δικαιούχου, εκτός αν αφορά παρελθόντα χρόνο ή δόσεις απαιτητές κατά το χρόνο του θανάτου.

αρ. 1445:

Ο καθένας από τους πρώην συζύγους είναι υποχρεωμένος να δίνει στον άλλο ακριβείς πληροφορίες για την περιουσία του και τα εισοδήματά του, εφόσον είναι χρήσιμες για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής. Με αίτηση ενός από τους πρώην συζύγους, που διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου και προπάντων για τα εισοδήματά του.

αρ. 1446:

Η διάταξη του αρ. 1416 εφαρμόζεται και για τη λύση του γάμου σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του κεφαλαίου. (αρ. 1416 ΑΚ: Οι διατάξεις αυτού του κεφαλαίου [σχέσεις των συζύγων από το γάμο] έχουν εφαρμογή, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, ανεξάρτητα από τη θρησκεία ή το δόγμα των συζύγων καθώς και από τον τύπο, πολιτικό ή θρησκευτικό, με τον οποίο έγινε ο γάμος τους).

αρ. 7 ν. 3719/2008: Διατροφή μετά τη λύση: 1. Στο σύμφωνο συμβίωσης ή και σε μεταγενέστερο συμβολαιογραφικό έγγραφο μπορεί να περιέχεται συμφωνία με την οποία αναλαμβάνεται, είτε από το ένα είτε από το άλλο μέρος είτε και αμοιβαίως, υποχρέωση διατροφής μόνο για την περίπτωση κατά την οποία, μετά τη λύση του συμφώνου, το ένα από τα μέρη δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματα ή την περιουσία του. Δεν έχει υποχρέωση διατροφής εκείνος που, εν όψει και των λοιπών υποχρεώσεών του, δεν είναι σε θέση να τη δώσει χωρίς να διακινδυνεύσει τη δική του διατροφή. Η υποχρέωση αυτή δεν βαρύνει τους κληρονόμους του υποχρέου. 2. Ο δικαιούχος διατροφής από το σύμφωνο συμβίωσης συμπορεύεται, ως προς το δικαίωμα διατροφής, με τον διαζευγμένο σύζυγο του υποχρέου. 3. Ο υπόχρεος διατροφής, μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης, δεν μπορεί να επικαλεστεί την υποχρέωσή του αυτή, προκειμένου να απαλλαγεί, εν όλω ή εν μέρει, από την υποχρέωση συνεισφοράς ή διατροφής συζύγου ή ανήλικων τέκνων του. 4. Με την επιφύλαξη των παρ. 2 και 3, η συμβατική υποχρέωση της παρ. 1 προηγείται της εκ του νόμου υποχρέωσης διατροφής άλλων προσώπων απέναντι στο δικαιούχο, που βρίσκεται σε αδυναμία, μετά τη λύση του συμφώνου, να διατρέφει τον εαυτό του με τις δικές τους δυνάμεις.

Γονική μέριμνα:

αρ. 1510:

Η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο είναι καθήκον και δικαίωμα των γονέων (γονική μέριμνα), οι οποίοι την ασκούν από κοινού. Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του.
Σε περίπτωση όπου η γονική μέριμνα παύει λόγω θανάτου, κήρυξης σε αφάνεια ή έκπτωσης του ενός γονέα, η γονική μέριμνα ανήκει αποκλειστικά στον άλλο.
Αν ο ένας από τους γονείς αδυνατεί να ασκήσει τη γονική μέριμνα για πραγματικούς λόγους ή γιατί είναι ανίκανος ή περιορισμένα ικανός για δικαιοπραξία, την ασκεί μόνος ο άλλος γονέας. Η επιμέλεια όμως του προσώπου του τέκνου ασκείται και από τον ανήλικο γονέα.

αρ.1511:

Κάθε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο συμφέρον του τέκνου.
Στο συμφέρον του τέκνου πρέπει να αποβλέπει και η απόφαση του δικαστηρίου, όταν, κατά τις διατάξεις του νόμου, το δικαστήριο αποφασίζει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή με τον τρόπο της άσκησής της. Η απόφαση του δικαστηρίου πρέπει επίσης να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεων, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσίας.
Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντά του.

αρ. 1512:

Αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας, και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο.

αρ. 1513:

Στις περιπτώσεις διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου και εφόσον ζουν και οι δύο γονείς, η άσκηση της γονικής μέριμνας ρυθμίζεται από το δικαστήριο. Η άσκηση της γονικής μέριμνας μπορεί να ανατεθεί στον έναν από τους γονείς ή, αν αυτοί συμφωνούν ορίζοντας συγχρόνως τον τόπο διαμονής του τέκνου, στους δύο από κοινού. Το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά, ιδίως να κατανείμει την άσκηση της γονικής μέριμνας μεταξύ των γονέων ή να την αναθέσει σε τρίτον.
Γι α τη λήψη της απόφασή του το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τους έως τότε δεσμούς του τέκνου με τους γονείς και τους αδελφούς του, καθώς και τις τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του.
Ο γονέας, στον οποίο δεν έχει ανατεθεί η άσκηση της γονικής μέριμνας, έχει δικαίωμα να ζητάει από τον άλλο πληροφορίες για το πρόσωπο και την περιουσία του τέκνου.

αρ. 1514:

Οι διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει διακοπή της συμβίωσης των συζύγων.

αρ. 1515:

Η γονική μέριμνα του ανήλικου τέκνου που γεννήθηκε και παραμένει χωρίς γάμο των γονέων του, ανήκει στη μητέρα του. Σε περίπτωση αναγνώρισής του, αποκτά γονική μέριμνα και ο πατέρας, που όμως την ασκεί αν υπάρχει συμφωνία των γονέων κατά το αρ. 1513 ή αν έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αν αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους. Με αίτηση του πατέρα, το δικαστήριο μπορεί και σε κάθε άλλη περίπτωση να αναθέσει και σε αυτόν την άσκηση της γονικής μέριμνας ή μέρους της, εφόσον αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του τέκνου.
Σε περίπτωση δικαστικής αναγνώρισης, στην οποία αντιδίκησε ο πατέρας, αυτός δεν ασκεί γονική μέριμνα ούτε αναπληρώνει τη μητέρα στην άσκησή της, εκτός αν υπάρχει συμφωνία των γονέων κατά το αρ. 1513. Το δικαστήριο μπορεί, αν το επιβάλλει το συμφέρον του τέκνου, να αποφασίσει διαφορετικά με αίτηση του πατέρα, εφόσον έπαυσε η γονική μέριμνα της μητέρας ή αυτή αδυνατεί να την ασκήσει για νομικούς ή πραγματικούς λόγους ή υπάρχει συμφωνία των γονέων.

αρ. 1516:

Ο καθένας από τους γονείς επιχειρεί και μόνος του πράξεις αναφερόμενες στην άσκηση της γονικής μέριμνας: 1. όταν πρόκειται για συνήθεις πράξεις επιμέλειας του προσώπου του τέκνου ή για την τρέχουσα διαχείριση της περιουσίας του ή για πράξεις που έχουν επείγοντα χαρακτήρα. 2. όταν πρόκειται για τη λήψη δήλωσης της βούλησης που είναι απευθυντέα προς το τέκνο.
Στις περιπτώσεις διακοπής της συμβίωσης των γονέων, διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου τους, καθώς και όταν πρόκειται για τέκνο γεννημένο χωρίς γάμο των γονέων του, τις αξιώσεις διατροφής που έχει το τέκνο κατά του γονέα, ο οποίος δεν έχει την επιμέλεια του προσώπου του, μπορεί να τις ασκεί αυτός που έχει την επιμέλεια και, αν δεν την έχει κανείς, αυτός με τον οποίο διαμένει το τέκνο.

αρ. 1517:

Αν τα συμφέροντα του τέκνου συγκρούονται με τα συμφέροντα του πατέρα του ή της μητέρας του, που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς και των συζύγων ή των συγγενών του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας σε ευθεία γραμμή, διορίζεται ειδικός επίτροπος.

αρ. 1518:

Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του. Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν, χωρίς διάκριση φύλου, να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Η λήψη σωφρονιστικών μέτρων επιτρέπεται μόνο εφόσον αυτά είναι παιδαγωγικώς αναγκαία και δεν θίγουν την αξιοπρέπεια του τέκνου. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις. Γι’ αυτό το σκοπό οφείλουν να συνεργάζονται με το σχολείο και, αν υπάρχει ανάγκη, να ζητούν τη συνδρομή αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών ή δημόσιων οργανισμών.

Επικοινωνία με ανήλικο τέκνο:

αρ. 1520

Προσωπική επικοινωνία:

Ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό.
Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους ανιόντες του, εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων, τα σχετικά με την επικοινωνία κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο.

αρ. 10 ν 3719/2008: Γονική μέριμνα: 1. Η γονική μέριμνα τέκνου που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες ημέρες από τη λύση ή την αναγνώριση της ακυρότητάς του ανήκει στους δυο γονείς και ασκείται από κοινού. Οι διατάξεις του ΑΚ για τη γονική μέριμνα των τέκνων που κατάγονται από γάμο εφαρμόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή. 2. Αν το σύμφωνο συμβίωσης λυθεί, για τους λόγους που αναφέρονται στα αρ. 2 και 4 του παρόντος, για την άσκηση της γονικής μέριμνας εφαρμόζεται αναλόγως το αρ. 1513 ΑΚ.

Συμμετοχή συζύγου στα αποκτήματα γάμου:

αρ. 1400:

Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέστηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή. Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων που διήρκησε περισσότερο από τρία χρόνια. Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό, τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία ή κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες.

αρ. 1401:

Η αξίωση του προηγούμενου άρθρου δεν γεννιέται, σε περίπτωση θανάτου, στο πρόσωπο των κληρονόμων του συζύγου που πέθανε. Επίσης, δεν εκχωρείται ούτε κληρονομείται, εκτός αν έχει αναγνωριστεί συμβατικά ή έχει επιδοθεί αγωγή. Η αξίωση παραγράφεται δυο χρόνια μετά τη λύση ή την ακύρωση του γάμου.

2. Συναινετικό διαζύγιο:

Όταν οι σύζυγοι συμφωνούν για το διαζύγιο μπορούν να το ζητήσουν με κοινή αίτησή τους που δικάζεται κατά τη διαδικασία τηs εκούσιας δικαιοδοσίαs (συναινετικό διαζύγιο, άρθρο 1441 ΑΚ). Οι προϋποθέσεις για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου είναι :

Διάρκεια γάμου τουλάχιστον έξι μηνών πριν την κατάθεση της αίτησης
Συμφωνία των συζύγων προς λύση του γάμου τους
Δήλωση της συμφωνίας αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου
Έγγραφη συμφωνία επιμέλειας των ανηλίκων τέκνων μεταξύ των συζύγων, εφόσον υπάρχουν

Απαιτούμενα δικαιολογητικά :

Ληξιαρχική πράξη γάμου
Πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως
Συμφωνία επιμέλειας τέκνων
Ειδικό πληρεξούσιο το οποίο πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από κάθε συνεδρίαση) από Συμβολαιογράφο (εφόσον οι αιτούντες δεν επιθυμούν να παρίστανται αυτοπροσώπως ενώπιον του δικαστηρίου)
Γραμμάτιο παράστασης δικηγόρου

Η αίτηση εκδικάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων ή στην περιφέρεια του Δικαστηρίου του οποίου έχει την κατοικία ένας εκ των δυο συζύγων κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.

Τα έξοδα για την κατάθεση και την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, κυμαίνονται περίπου στα 1.000-1.500 €, ανάλογα με τη βαρύτητα της κάθε υπόθεσης, το μέγεθος ή τη δυσκολία διευθέτησης των κοινών αποκτημάτων των συζύγων και τον αριθμό των ανηλίκων τέκνων των οποίων και πρέπει να ρυθμιστούν οι σχέσεις με τους γονείς. Σημειωτέον, ότι αν οι σύζυγοι επιθυμούν να παρασταθούν ο καθένας με το δικό του δικηγόρο, τα ως άνω έξοδα δεν επιμερίζονται αλλά διπλασιάζονται, αφού θα πρέπει να καταβληθούν παραστάσεις για δύο δικηγόρους.
Στην περίπτωση που ο γάμος ήταν θρησκευτικός, ακολουθεί και πνευματική λύση του γάμου από την κατά τόπον αρμόδια Μητρόπολη.

3. Κατ’ αντιδικία διαζύγιο:

Εφόσον οι σύζυγοι δεν συμφωνούν είτε στη λύση του γάμου τους είτε στην συναινετική ρύθμιση της κοινής τους περιουσίας και τον καθορισμό των σχέσεων τους με τα τέκνα τους, δεν έχουν άλλη επιλογή απ’ το να ακολουθήσουν τη διαδικασία της αντιδικίας ενώπιον των δικαστηρίων, να ζητήσουν δηλαδή από τον Δικαστή να ρυθμίσει τις μεταξύ τους σχέσεις και τις σχέσεις του καθενός απ’ αυτούς με τα τέκνα τους εφόσον υπάρχουν. Η σχετική αγωγή μπορεί να ασκηθεί μόνον εφόσον συντρέχουν ορισμένοι λόγοι διαζυγίου, που περιοριστικά αναφέρονται στον νόμο. Οι λόγοι αυτοί είναι οι εξής :

1. Ισχυρός κλονισμός

Σύμφωνα με το άρθρο 1439 Α.Κ. καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Κλονισμός υπάρχει όταν επέρχεται ριζική μεταστροφή στα συναισθήματα του συζύγου απέναντι στο γάμο, όταν δηλαδή εκλείπει η ψυχική διάθεση για τη συνέχιση της έγγαμης σχέσης. Στην κυριολεξία δεν κλονίζεται ο γάμος αλλά ο συναισθηματικός κόσμος του συζύγου. Ο κλονισμός αυτός είναι ισχυρός, όταν η μεταστροφή των αισθημάτων είναι τόσο σημαντική, ώστε η εξακολούθηση της εγγάμου συμβιώσεως να είναι βασίμως αφόρητη για τον ενάγοντα. Ο λόγος κλονισμού πρέπει μάλιστα να μην αφορά αποκλειστικά τον ενάγοντα αλλά πρέπει να συνδέεται με τον εναγόμενο ή τουλάχιστον και με τον εναγόμενο.
Κλονιστικό λόγο μπορεί να αποτελέσει οποιοδήποτε γεγονός ή κατάσταση που είναι δυνατόν να επιφέρει σε συγκεκριμένη περίπτωση τον κλονισμό της συζυγικής σχέσης, ενώ ως τέτοια έχουν κριθεί οι υπαίτιες παραβάσεις της υποχρέωσης για έγγαμη συμβίωση, είτε με την υλική είτε με την ψυχολογική έκφρασή της, η παρεμπόδιση της επαγγελματικής δραστηριότητας του άλλου συζύγου, η παράβαση των κανόνων για την άσκηση της γονικής μέριμνας και από τους δύο γονείς, η άρνηση του συζύγου να καταβάλλει την οφειλόμενη συνεισφορά του για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών κλπ. Ωστόσο, ο νόμος καλύπτει ορισμένα κλονιστικά γεγονότα με την ιδιότητα των τεκμηρίων του κλονισμού της εγγάμου σχέσεως, τα οποία είναι τα εξής :
• μοιχεία: σαρκική επαφή εγγάμου προσώπου με τρίτον, • διγαμία: σύναψη νέου γάμου από ήδη έγγαμο πρόσωπο, • επιβουλή της ζωής: επιδίωξη θανάτωσης έστω και εάν εξωτερικεύεται με απόπειρα, • εγκατάλειψη: Παράβαση της έγγαμης υποχρεώσεως για συμβίωσης που χαρακτηρίζεται αφενός από την πρόθεση της οριστικής άρσης της συμβίωσης και αφετέρου από κάποια μονιμότητας, • άσκηση ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του άλλου συζύγου, είτε αυτή είναι σωματική, ψυχολογική ή σεξουαλική βία.

2. Ισχυρός κλονισμός λόγω διετούς διάστασης

Πέραν από την θέσπιση μαχητών τεκμηρίων κλονισμού τα οποία και προαναφέρθηκαν, ο νομοθέτης έχει εισάγει και ένα αμάχητο τεκμήριο κλονισμού της συζυγικής σχέσης, το οποίο είναι η συνεχής διετή διάσταση των συζύγων. Ακόμη λοιπόν και αν ο κλονισμός οφείλεται σε γεγονός που αφορά αποκλειστικά τον ενάγοντα, αυτός έχει δικαίωμα να ζητήσει διαζύγιο, αφού η διετής διάσταση αποτελεί αμάχητο τεκμήριο κλονισμού. Δηλαδή ο νόμος θεωρεί ότι με τη συμπλήρωση δύο χρόνων διακοπής της συμβίωσης, ο γάμος έχει αντικειμενικά κλονιστεί και πρέπει να λυθεί με διαζύγιο.
Η αγωγή διαζυγίου για οποιοδήποτε από τους ανωτέρω λόγους, εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος της τελευταίας κοινής διαμονής των συζύγων, που σημαίνει ότι ο μέσος χρόνος εκδίκασης της είναι περίπου 2 χρόνια. Επίσης, αν και με την κατάθεση αγωγής διαζυγίου εναντίον του συζύγου για έναν ή περισσότερους από τους ανωτέρω λόγους είναι δυνατή έστω και μετά από αρκετό χρόνο η έκδοση διαζυγίου, δεν τακτοποιούνται ούτε ρυθμίζονται οι λοιπές σχέσεις των συζύγων με τα τέκνα τους, για τη ρύθμιση των οποίων είναι απαραίτητη η κατάθεση χωριστής αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία θα έχει σαν αίτημα την ανάθεση της επιμέλειας των τέκνων στον έναν σύζυγο, την υποχρέωση του συζύγου να καταβάλει διατροφή, την τυχόν μετοίκηση του ενός συζύγου από την οικογενειακή στέγη, την ρύθμιση της επικοινωνίας των γονέων με τα τέκνα κ.α.

3. Αφάνεια:

Σύμφωνα με το άρθρο 40 του Α.Κ. αν ο θάνατος ενός προσώπου είναι πολύ πιθανός επειδή αυτός εξαφανίστηκε ενώ βρισκόταν σε κίνδυνο ζωής ή επειδή απουσιάζει πολύ καιρό χωρίς ειδήσεις, το δικαστήριο τον κηρύσσει άφαντο μετά από αίτηση οποιουδήποτε εξαρτά δικαιώματα από τον θάνατό του. Μόλις καταστεί αμετάκλητη η απόφαση που κηρύσσει σε αφάνεια τον σύζυγο, ο άλλος σύζυγος μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαζυγίου. Η δικαστική απόφαση περί αφάνειας δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο θανάτου (Α.Κ. 48). Ωστόσο, ειδικά ο γάμος δε λύνεται με την απόφαση αυτή. Απλώς η κήρυξη σε αφάνεια αποτελεί λόγο διαζυγίου στην αγωγή που τυχόν εγείρει ο σύζυγος του αφάντου.

Σε περίπτωση που επανεμφανισθεί ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια διακρίνονται οι εξής περιπτώσεις :
– Αν ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια εμφανισθεί πριν καταστεί αμετάκλητη η απόφαση περί διαζυγίου , η αγωγή περί διαζυγίου θα απορριφθεί – Αν ο σύζυγος που κηρύχθηκε σε αφάνεια εμφανισθεί αφού καταστεί αμετάκλητη η απόφαση περί διαζυγίου τότε ο γάμος τους λύνεται. Αν η αφάνεια δεν έχει κηρυχθεί με δικαστική απόφαση , ο σύζυγος μπορεί να θεμελιώσει την αγωγή διαζυγίου του σε ισχυρό κλονισμό λόγω της απουσία του συζύγου επί μακρό.
Εφόσον το διαζύγιο στηρίζεται στον ισχυρό κλονισμό (διγαμία, μοιχεία, εγκατάλειψη, επιβουλή της ζωής, τετραετή διάσταση κ.λ.π. ) στην αφάνεια , η αγωγή εκδικάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου), στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται ο τόπος κατοικίας του εναγόμενου συζύγου ή στη περιφέρεια του Δικαστηρίου του οποίου βρισκόταν η τελευταία κοινή διαμονή των δυο συζύγων κατά την ειδική διαδικασία των γαμικών διαφορών .Ο ενάγων σύζυγος θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει στην συνέχεια κατά την ακροαματική διαδικασία γεγονότα και καταστάσεις που οδήγησαν τον γάμο σε ισχυρό κλονισμό . Σε περίπτωση που ερημοδικεί (απουσιάζει) ο εναγόμενος, η απουσία του αυτή δεν θεωρείται ομολογία των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην αγωγή, και το δικαστήριο δικάζει την υπόθεση σαν να είναι παρόντες όλοι οι διάδικοι . Στις δίκες αυτές απαγορεύεται να καταθέσουν ως μάρτυρες τα παιδιά των διαδίκων (γνήσια ή θετά, αναγνωρισμένα, νομιμοποιημένα) οι πρώην σύζυγοι και οι κατιόντες τους (παιδιά, εγγόνια κ.λ.π.).

4. Διατροφή (πρώην) συζύγου:

Μολονότι η αμετάκλητη λύση του γάμου καθιστά τους πρώην συζύγους πλέον τελείως αποκομμένους μεταξύ τους, ο νόμος, ακριβώς επειδή υπήρξε γάμος, καθιερώνει υπό προϋποθέσεις δικαίωμα διατροφής του διαζευγμένου συζύγου κατά του άλλου. Η διατροφή μεταξύ διαζευγμένων συζύγων προϋποθέτει την απορία του δικαιούχου (δηλαδή την αδυναμία για την αντιμετώπιση με ίδια μέσα των αναγκών του) και την ευπορία του υπόχρεου (χωρίς να διακινδυνεύει η διατροφή του ίδιου του υπόχρεου).

Το άρθρο 1442 Α.Κ. ρυθμίζει τη διατροφή μετά το διαζύγιο απαιτώντας τη συνδρομή ειδικών προϋποθέσεων:
1) Ηλικία ή κατάσταση υγείας του δικαιούχου: Ο διαζευγμένος σύζυγος δικαιούται διατροφής εάν η ηλικία του ή η κατάσταση της υγείας του δεν του επιτρέπουν να αρχίσει ή να εξακολουθήσει να εργάζεται σε κατάλληλο επάγγελμα.
2) Επιμέλεια ανήλικου τέκνου: Ο διαζευγμένος γονέας που έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και που για τον λόγο αυτό εμποδίζεται να ασκεί κατάλληλο επάγγελμα, δικαιούται διατροφής από τον άλλο (μέχρι την ενηλικίωση του τέκνου).
3) Αδυναμία για ανεύρεση εργασίας: Ο διαζευγμένος σύζυγος δικαιούται διατροφής (για τρία μόνο χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου) εάν αδυνατεί να ανεύρει σταθερή και κατάλληλη εργασία ή όταν χρειάζεται επαγγελματική εκπαίδευση.
4) Επιείκεια: Δικαίωμα διατροφής μπορεί να υπάρξει, εφόσον τούτο επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.
Ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής της διατροφής
Για ευνόητους λόγους η διατροφή μετά τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως καταβάλλεται σε χρήμα και μάλιστα προκαταβάλλεται κάθε μήνα (ΑΚ 1391 § 1).
Ειδικά για τη διατροφή μετά το διαζύγιο, ο νόμος επιτρέπει:
α) την εφάπαξ καταβολή της (κεφαλαιοποίηση της διατροφής) με σκοπό την διευκόλυνση της εκκαθάρισης των εκκρεμοτήτων μεταξύ των πρώην συζύγων. Εν προκειμένω απαιτείται έγγραφη συμφωνία των συζύγων και απόφαση επ’ αυτού του δικαστηρίου, εφόσον συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι (π.χ. δεύτερος γάμος εν όψει, μετανάστευση στο εξωτερικό, κ.α).
β) τη συνέχιση της ύπαρξης του δικαιώματος διατροφής του δικαιούχου από τον υπόχρεο, ακόμη και μετά θάνατον του υπόχρεου, με απαίτηση της ικανοποίησής του από τους κληρονόμους του υπόχρεου.

Η διατροφή μπορεί να αποκλεισθεί ή περιορισθεί εφόσον συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι . Ενδεικτικά από τον νόμο αναφέρονται οι εξής :
α) Αν ο γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια . Για τον όρο «μικρή διάρκεια» έχουν διατυπωθεί πολλές διαφορετικές νομικές απόψεις.
β) ο δικαιούχος είναι ο υπαίτιος του διαζυγίου. Εδώ διαπιστώνουμε ότι ναι μεν, η υπαιτιότητα του συζύγου όπως προαναφέρθηκε δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη επιδίκαση διατροφής, όμως μπορεί να αποτελέσει δυνητικά, λόγο αποκλεισμού ή περιορισμού της διατροφής και
γ) εάν ο δικαιούχος διατροφής προκάλεσε εκούσια (εσκεμμένα) την απορία του.
Το δικαίωμα διατροφής παύει στις εξής περιπτώσεις :
Α) Ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί. (Αν λυθεί και ο νέος γάμος (με θάνατο ή διαζύγιο) δεν αναβιώνει το δικαίωμα διατροφής )
Β) Ο δικαιούχος συζεί μόνιμα με κάποιον άλλο (συμβίωση χωρίς γάμο)
Γ) Ο δικαιούχος πεθάνει (εκτός αν αφορά παρελθόντα χρόνο ή δόσεις απαιτητές κατά τον χρόνο θανάτου, οπότε η αξίωση διατροφής περιέρχεται στους κληρονόμους
Δ) Αν παραιτηθεί ο δικαιούχος του δικαιώματος διατροφής

5. Διατροφή Τέκνου

Οι γονείς έχουν υποχρέωση να διατρέφουν από κοινού το ανήλικο τέκνο τους, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, και εάν ακόμη αυτό έχει περιουσία, εφόσον δεν επαρκούν για τη διατροφή του τα εισοδήματα της περιουσίας του ή το προϊόν της εργασίας του, ενώ το μέτρο της διατροφής του ανήλικου τέκνου προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του και η διατροφή του περιλαμβάνει όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρησή του και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων του ανηλίκου τέκνου προς συνεισφορά στη διατροφή του συναρτώνται και προς τη δυνατότητά τους να αποκτήσουν εισόδημα από εργασία ανάλογη προς τα προσόντα και τις δυνατότητές τους, την οποία εργασία κατά τις αρχές της καλής πίστης οφείλουν να αναζητήσουν.
Για να καθοριστεί το ποσό της διατροφής αξιολογούνται κατ’ αρχήν τα εισοδήματα των γονέων από οποιαδήποτε πηγή και στη συνέχεια καθορίζονται οι ανάγκες του τέκνου. Καθοριστικό στοιχείο είναι οι συνθήκες της ζωής του, χωρίς όμως να ικανοποιούνται οι παράλογες αξιώσεις. Εκείνος από τους γονείς που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου μπορεί να συνυπολογίσει ό, τι συνδέεται με την πραγματική διάθεση χρημάτων για τις ανάγκες του ανήλικου τέκνου, καθώς και την προσφορά προσωπικών υπηρεσιών για την περιποίηση και φροντίδα του που είναι αποτιμητές σε χρήμα και άλλες παροχές σε είδος που συνδέονται με την συνοίκηση, η αποτίμηση των οποίων μπορεί να συνυπολογισθεί στην υποχρέωσή του για διατροφή του τέκνου.

Χρόνος και τρόπος καταβολής της διατροφής:>br> Η διατροφή προκαταβάλλεται σε χρήμα κάθε μήνα. Αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει στον υπόχρεο την καταβολή με άλλον τρόπο. (1443 Α.Κ.)

6. Διάσταση συζύγων:

Σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης (ανεξαρτήτως αν έχει κατατεθεί αγωγή διαζυγίου), ένας εκ των δύο συζύγων υπό ορισμένες προϋποθέσεις δικαιούται να ζητήσει από το Δικαστήριο, την προσωρινή ρύθμιση προσωπικών σχέσεων συζύγων ή γονέων και τέκνων δηλαδή την μετοίκηση του ιδίου ή του άλλου συζύγου από την οικία που αποτελεί την οικογενειακή στέγη και την κατανομή της χρήσης κινητών πραγμάτων, την επιδίκαση διατροφής για τον ίδιο και τα τέκνα του, την ρύθμιση της επιμέλειας και επικοινωνίας με τα τέκνα του.

Η μετοίκηση

Ο σύζυγος που επιθυμεί την απομάκρυνση του ίδιου ή του άλλου συζύγου από την οικογενειακή στέγη μπορεί να ζητήσει με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την μετοίκηση του ίδιου ή του άλλου συζύγου.
Στην αίτηση περί μετοίκησης πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που δικαιολογούν την διακοπή της συγκατοίκησης των συζύγων: π.χ. ξυλοδαρμός, σύναψη ερωτικών σχέσεων με άλλο άτομο, και γενικότερα οι λόγοι για τους οποίους είναι αφόρητη η εξακολούθηση της έγγαμης συμβίωσης με τον σύζυγο.
Στο δικόγραφο αυτό ζητείται η άδεια από το δικαστήριο είτε να αποχωρήσει ο σύζυγος που ζητά την μετοίκηση από την συζυγική στέγη (για να μη θεωρηθεί εγκατάλειψη του) είτε να αποβληθεί και απομακρυνθεί από την συζυγική στέγη ο άλλος σύζυγος.
Το δικαστήριο αφού εκτιμήσει την οικονομική κατάσταση κάθε συζύγου, την τυχόν ύπαρξη τέκνων και το συμφέρον αυτών, το επάγγελμα του κάθε συζύγου, σε ποιον ανήκει η συζυγική οικία κ.α. μπορεί να διατάξει είτε την απομάκρυνση του συζύγου από την συζυγική οικία, είτε να δώσει την άδεια μετοίκησης είτε ακόμη να απορρίψει την αίτηση εφόσον δεν θεωρεί την μετοίκηση αναγκαία.
Στο ίδιο δικόγραφο μπορεί ο σύζυγος να ζητά την επιδίκαση προσωρινής διατροφής για τον ίδιο, την ανάθεση της επιμέλειας των ανηλίκων παιδιών του, την ρύθμιση της επικοινωνίας του με τα παιδιά του και την κατανομή των κινητών πραγμάτων τους.
Τα κινητά πράγματα, διακρίνονται σε αυτά που ανήκουν κατά κυριότητα σε ένα σύζυγο και τα κινητά που ανήκουν κατά κυριότητα και στους δύο συζύγους.
Τα κινητά που ανήκουν κατά κυριότητα σε ένα σύζυγο, ανεξάρτητα αν τα χρησιμοποιούσαν και οι δύο ή μόνο ο άλλος σύζυγος , κατά το άρθρο 1394 του Α.Κ. δικαιούται να λάβει μετά την διακοπή της συμβίωσης ο σύζυγος στον οποίο ανήκουν κατά κυριότητα. Εξαίρεση αποτελούν τα κινητά που αποτελούν οικιακά αντικείμενα , δηλαδή μέρος της οικοσκευής που είναι απολύτως απαραίτητα για να εγκατασταθεί χωριστά ο άλλος σύζυγος , και μόνο εφόσον το επιβάλλουν λόγοι επιείκειας.
Όσο αναφορά τα αντικείμενα που ανήκουν κατά κυριότητα και στους δύο συζύγους, αυτοί θα πρέπει να τα κατανείμουν αναλόγως των προσωπικών τους αναγκών Σε περίπτωση διαφωνίας τους , τότε τα κατανέμει το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να επιδικάσει ταυτοχρόνως αποζημίωση για την χρήση των πραγμάτων αυτών.

7. Γονική μέριμνα:

Σύμφωνα με το άρθρο 1510 ΑΚ, η γονική μέριμνα ασκείται και από τους δύο γονείς από κοινού. Με το άρθρο λοιπόν αυτό εξειδικεύεται η συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας των φύλων στο χώρο του οικογενειακού δικαίου. Η γονική μέριμνα, που συνιστά ταυτοχρόνως δικαίωμα και καθήκον των γονέων οι οποίοι το ασκούν από κοινού, περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη, που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του (ΑΚ 1510 παρ. 1 ΑΚ).
Περαιτέρω, όσον αφορά στο επώνυμο του ανηλίκου τέκνου, οι γονείς υποχρεούνται να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο του ανηλίκου τέκνου τους με κοινή αμετάκλητη δήλωσή τους. Η δήλωση γίνεται πριν από τον γάμο, είτε σε συμβολαιογράφο, είτε στον λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελεσθεί ο γάμος. Ο λειτουργός οφείλει να ζητήσει τη σχετική δήλωση. Το οριζόμενο επώνυμο, κοινό για όλα τα τέκνα, μπορεί να είναι είτε το επώνυμο του ενός από τους γονείς είτε συνδυασμός των επωνύμων τους, που όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από δύο επώνυμα. Αν οι γονείς παραλείψουν να δηλώσουν το επώνυμο των τέκνων τους, τα τέκνα έχουν για επώνυμο το επώνυμο του πατέρα τους. Ειδικότερα το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του παίρνει το επώνυμο της μητέρας του.
Η επιμέλεια του προσώπου του τέκνου περιλαμβάνει σύμφωνα με το άρθρο 1518 ΑΚ ιδίως την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευσή του, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου διαμονής του. Κατά την ανατροφή του τέκνου οι γονείς το ενισχύουν χωρίς διάκριση φύλου να αναπτύσσει υπεύθυνα και με κοινωνική συνείδηση την προσωπικότητά του. Κατά τη μόρφωση και την επαγγελματική εκπαίδευση του τέκνου οι γονείς λαμβάνουν υπόψη τις ικανότητες και τις προσωπικές του κλίσεις.
Βασικό κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειας σε έναν εκ των γονέων, όταν συντρέχει περίπτωση διάζευξης των γονέων, είναι το συμφέρον του τέκνου, το οποίο λαμβάνεται υπόψη υπό ευρεία και γενική έννοια. Ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του, εφόσον αυτή έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του, καθώς και οι δεσμοί του ανηλίκου τέκνου με τους γονείς του και οι τυχόν συμφωνίες των τελευταίων σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του. Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να σέβεται την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις μεταξύ τους εξαιτίας του φύλου αυτών, της φυλής, της γλώσσας, της θρησκείας, των πολιτικών ή όποιων άλλων πεποιθήσεών τους, της ιθαγένειας, της εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως ή της περιουσίας τους.
Το αληθινό συμφέρον του ανήλικου τέκνου για την ανάθεση της επιμέλειας σε κάποιον από τους γονείς καθορίζεται από την ηλικία τους, από τις βιοτικές και ψυχικές ανάγκες τους καθώς επίσης και από τις προσωπικές ιδιότητες των γονέων.
Για τη γονική μέριμνα των τέκνων που γεννιούνται εκτός γάμου ή συμφώνου συμβίωσης, το εσωτερικό ελληνικό δίκαιο εισάγει διάκριση μεταξύ των γονέων με βάση το φύλο, θέτοντας μία σειρά από προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να πληρωθούν από τον πατέρα προκειμένου ο τελευταίος να ασκήσει τη γονική μέριμνα του τέκνου του. Ωστόσο, έχοντας πάντα ως γνώμονα το συμφέρον του παιδιού, τοιουτοτρόπως μένει έκθετο το δικαίωμα του τελευταίου σε ανατροφή και από τους δύο γονείς, δεδομένου ότι οι θετικές επιπτώσεις που θα είχε η ουσιαστική παραμονή και των δύο γονέων στη ζωή ενός παιδιού, που ήδη έχει κλονισθεί από την προηγηθείσα διάσταση των γονέων του ή από το τυχόν διαζύγιό τους είναι αυτονόητες.

8. Επικοινωνία με ανήλικο τέκνο:

Ο γονέας με τον οποίο δε διαμένει το ανήλικο τέκνο έχει το δικαίωμα επικοινωνίας μ’ αυτό. Το δικαίωμά του αυτό δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο δικαστικού συμβιβασμού. Το αυστηρά προσωπικό δικαίωμα του γονέα να επικοινωνεί με το ανήλικο τέκνο του απορρέει από τον φυσικό δεσμό αίματος και το αίσθημα στοργής προς το τέκνο, συντελώντας στην ανάπτυξη του ψυχικού του κόσμου και την εν γένει προσωπικότητά του.
Δεν ενδιαφέρει εάν η αιτία, για την οποία δε διαμένει ο γονέας με το ανήλικο τέκνο οφείλεται τυχόν στην από υπαιτιότητά του διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως των γονέων τούτου ή τη λύση του γάμου. Επομένως κατά την κρατούσα στη θεωρία και την νομολογία άποψη, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπάρξει πλήρης αποκλεισμός της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το ανήλικο τέκνο.
Οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να εμποδίζουν την επικοινωνία του τέκνου με τους απώτερους συγγενείς του, εκτός εάν υπάρχει σοβαρός λόγος.

Στο περιεχόμενο του δικαιώματος προσωπικής επικοινωνίας ανήκει πρωτίστως και κυρίως η προσωπική συνάντηση γονέα και τέκνου, η οποία με τη σειρά της μπορεί να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τη συνομιλία και συναναστροφή μεταξύ τους, την επίσκεψη του γονέα στην οικία όπου διαμένει το τέκνο, την κοινή έξοδο για ψυχαγωγία, τη διανυκτέρευση του τέκνου στην οικία του γονέα για μία ή περισσότερες ημέρες και τις κοινές διακοπές.
Η συχνότητα, η χρονική διάρκεια των εν λόγω συναντήσεων και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες αυτές θα πραγματοποιούνται δεν ορίζονται στο νόμο, ούτε ασφαλώς είναι δυνατό να καθοριστούν a priori και κατά τρόπο γενικό, αλλά θα καθορίζονται και θα εξειδικεύονται κάθε φορά από το Δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση όλων των ιδιαίτερων περιστάσεων και των αναγκών που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά και μετά από προσεκτική στάθμιση όλων των εκατέρωθεν συμφερόντων –δικαιούχου, υπόχρεου, τέκνου-, προτάσσοντας ωστόσο το συμφέρον του τέκνου.
Όταν το τέκνο βρίσκεται σε βρεφική ή σε πολύ μικρή παιδική ηλικία, η απομάκρυνσή του από την οικία στην οποία διαμένει με τον υπόχρεο γονέα του και η διανυκτέρευσή στην οικία του δικαιούχου γονέα του ή ακόμη και η πολύωρη παραμονή του σ’ αυτήν, ενδέχεται να προκαλέσει στο τέκνο συναισθήματα ανασφάλειας και ανησυχίας και επομένως το καλύτερο θα ήταν να αποφευχθεί. Αντίθετα όταν το τέκνο βρίσκεται σε ηλικία η οποία του επιτρέπει να έχει αναπτύξει έναν ασφαλή βαθμό πνευματικής και ψυχικής ωριμότητας, ώστε να μπορεί να επικοινωνεί ικανοποιητικά με τον δικαιούχο γονέα, είναι ορθό να επιτρέπεται και να ενθαρρύνεται και η διανυκτέρευσή του στην οικία του δικαιούχου γονέα του, διότι αυτή μπορεί να προσφέρει τις ιδεώδεις συνθήκες δημιουργίας μίας μεταξύ τους ιδιωτικής ζωής», προκειμένου να αναπτυχθούν οι προαναφερθέντες ψυχικοί και πνευματικοί δεσμοί.

9. Συμμετοχή συζύγου στα αποκτήματα γάμου

Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου, αφότου τελέστηκε ο γάμος, έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται στη δική του συμβολή (άρθρο 1400 Α.Κ.)
Η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου προκύπτει από τη σύγκριση της περιουσιακής του κατάστασης σε δύο χρονικά σημεία, τη στιγμή της τέλεσης του γάμου αφενός και τη στιγμή που γεννιέται η αξίωση αυτή αφετέρου. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στη περίπτωση της λύσης του γάμου με διαζύγιο ή ακύρωσής του με αμετάκλητη δικαστική απόφαση δικαστηρίου, ο χρόνος του αμετάκλητου της σχετικής απόφασης. (αμετάκλητη δικαστική απόφαση = αυτή που δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο μέσο). Στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων ΔΕΝ υπολογίζεται ότι αυτοί απέκτησαν από δωρεά ή κληρονομιά.

Άξιο αναφοράς είναι πως ο νόμος δεν διαχωρίζει εάν είναι ο άντρας ή η γυναίκα αυτός που δικαιούται συμμετοχής στα αποκτήματα γάμου, που πρακτικά σημαίνει πως και οι δύο έχουν δικαίωμα στα αποκτήματα.

 

Close Menu